Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

FERNANDO IWASAKI από το βιβλίο “Ajuar funerario” (Νεκρικά Προικιά) [Αποσπάσματα] Μετάφραση από τα Ισπανικά

Δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό 'ΤΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ' (τεύχος 99) το 2012


.

Η ΜΕΡΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

ΟΤΑΝ ΕΦΤΑΣΑ ΣΤΟ ΝΕΚΡΟΘΑΛΑΜΟ, συνάντησα τη μάνα μου περίλυπη στις σκάλες

      -Ρε μαμά, εσύ είσαι πεθαμένη.
      -Κι εσύ το ίδιο παιδί μου.
Κι αγκαλιαστήκαμε απαρηγόρητοι.



Η ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ

ΚΑΘΩΣ ΕΙΜΑΙ ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ, δε με πείραξε που ο καημένος ο αρραβωνιαστικός θα περνούσε το βράδι στο νεκροτομείο με το πτώμα της κοπέλας του. Την επόμενη μέρα τον βρήκαμε στο φορείο να αιμορραγεί, γυμνό, νεκρό από έρωτα. Η κοπέλα ακόμα να βρεθεί.



ΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

ΕΦΤΑΣΑ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΧΩ ΚΑΝΕΙ ΚΡΑΤΗΣΗ, γιατί γι'αυτό είμαι συχνός πελάτης, αλλά δεν ήθελαν να μου δώσουν το μοναδικό δωμάτιο που τους έμενε ελεύθερο. Με τα χίλια ζόρια μου παρέδωσαν τα κλειδιά και προσφέρθηκαν να μου βρουν μια σουίτα σε άλλο ξενοδοχείο της αλυσίδας, εγώ όμως ήμουν πολύ κουρασμένος και ανέβηκα χωρίς να τους δώσω σημασία.
Η διακόσμηση δεν ήταν η ίδια με τα άλλα δωμάτια: οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με εσταυρωμένους και οι καθρέφτες μετά βίας αντικατόπριζαν τις κινήσεις μου. Αμέσως μόλις έπεσα στο κρεβάτι παρατήρησα τη ζωγραφιά στο ταβάνι: ένας Χριστός γέρος και άρρωστος που με κοιτούσε ξαφνιασμένος. Κοιμήθηκα με την ανεξήγητη αίσθηση ότι ήμουν σαβανωμένος.
Ένα παγωμένο καρφί με ξύπνησε και δίπλα μου στο κρεβάτι μια γυναίκα σαν μέσα από την ομίχλη μου είπε με ανείπωτη λύπη: “Γιατί είσαι τόσο απερίσκεπτος; Τώρα μένεις εσύ”. Από τότε συνεχίζω να περιμένω να έρθει κάποιος άλλος, για να τον ξυπνήσω με τα παγωμένα μου δάκτυλα και να μπορέσω να ξανακοιμηθώ.



Η ΣΠΗΛΙΑ

ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΠΑΙΔΑΚΙ μου άρεσε να παίζω με τις αδελφές μου κάτω από τα σκεπάσματα στο κρεβάτι των γονιών μου. Μερικές φορές παίζαμε το αντίσκηνο στην εξοχή κι άλλες φορές το ιγκλού στη μέση του πόλου, αν και το πιο ωραίο παιγχνίδι ήταν αυτό με τη σπηλιά. Πόσο μεγάλο ήταν το κρεβάτι των γονιών μου! Μια φορά πήρα το φακό από το τραπέζι τη νύχτα και είπα στις αδελφές μου ότι πήγαινα να εξερευνήσω το βάθος της σπηλιάς. Στην αρχή γελούσαν, μετά αγχώθηκαν και στο τέλος άρχισαν να με φωνάζουν με κραυγές. Όμως δεν τις έδωσα σημασία και συνέχισα να σέρνομαι μέχρι που σταμάτησα να ακούω τις τσιρίδες τους. Η σπηλιά ήταν τεράστια και μόλις τέλειωσαν οι μπαταρίες μου ήταν αδύνατο να επιστρέψω. Δεν ξέρω πόσα χρόνια πέρασαν από τότε, γιατί η πυτζάμα μου δε μου κάνει πια και πρέπει να τη φοράω δεμένη σαν τον Ταρζάν.
Άκουσα ότι η μαμά έχει πεθάνει.



Η ΕΥΧΗ

ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΕΥΧΗ! -είπε η θεία Κάρμεν- κι εγώ ευχήθηκα να αναστηθεί η γιαγιά και φύσηξα τα κεριά. Όλοι έμειναν σιωπηλοί και η μαμά άρχισε να κλαίει γιατί της λείπει η γιαγιά και συνέχεια είναι με κοκκινισμένα μάτια. Ο μπαμπάς μου με τιμώρησε και πήγε τη μαμά στο σινεμά για να την ηρεμήσει, αλλά κι εμένα μου έλειπε η γιαγιά, γιατί μου έλεγε παραμύθια και μου έκανε γλυκά. Γι' αυτό έκανα την ευχή, για να γυρίσει πίσω στο σπίτι και η μαμά ξέσπασε σε κλάματα. Τί χαρά που θα κάνει όταν τη βρει στο κρεβάτι της, γεμάτη από πάνω ως κάτω με σκουληκάκια.



Η ΓΙΑΓΙΑΚΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Η ΜΑΜΑ ΕΛΕΓΕ ΠΩΣ Η ΓΙΑΓΙΑΚΑ ήταν η πιο καλή γυναίκα στον κόσμο, κι ότι όλοι την αγαπούσαν και ποτέ δεν είχε πειράξει κανέναν. “Η γιαγιάκα είναι πάνω στον ουρανό, αγάπη μου”, έδειχνε η μαμά με το δάκτυλο, “περιτριγυρισμένη από αγγέλους και αγίους”. Όμως η μαμά δε θέλει να τη δει όταν έρχεται τη νύχτα στο δωμάτιό μου, κλαίγοντας και τελείως αχτένιστη, σέρνοντας ένα αλυσοδεμένο μωράκι.
Σίγουρα πεινάει γιατί μερικές φορές το δαγκώνει.



ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑ

ΟΤΑΝ Η ΠΕΡΟΥΒΙΑΝΗ ΕΦΥΓΕ, κανείς δε με πίστεψε πως ο διάβολός της έμεινε κρυμμένος στο διαμέρισμα. Ο Chullachaqui* έφαγε το χάμστερ, το είδα. Η καινούργια από το Εκουαδόρ μου υποσχέθηκε ότι θα ανέθετε στο δαίμονα να καθαρίσει το σπίτι. “Ο τεν τεν μου τον σκότωσε τον Chullachaqui”, με ξύπνησε ένα πρωί με ένα τρελό γέλιο και μου έδειξε μια πλαστική τσάντα που έσταζε αίμα. Όταν η μαμά έδιωξε την κοπέλα από το Εκουαδόρ, άρχισε να με φοβίζει ο τεν τεν, γιατί οι τεν τεν κλέβουν τις γυναίκες από τα σπίτια (ο μπαμπάς δεν καταλαβαίνει πως πρόκειται για άλλον τεν τεν). Ευτυχώς που ο muki** της βολιβιανής παραδουλεύτρας ανέλαβε τον τεν τεν. Ήταν νύχτα όταν τον ακούσαμε να κραυγάζει σα δαιμόνιο και κανέναν δεν τον ξαναπήρε ο ύπνος. Ο μπαμπάς είπε πως ήταν γάτα, αλλά εγώ ξέρω ότι ήταν ο τεν τεν που κραύγαζε την ώρα που ο muki του έκοβε το λαιμό. Με φοβίζει ο muki, τριχωτός και αηδιαστικός. Η μαμά δεν ήθελε άλλες νοτιοαμερικάνες και γιαυτό έκλεισε τη ρουμάνα. Δε μ' ευχαριστούσε καθόλου ο τρόπος που έβλεπε το μπαμπά μου, ούτε πώς την έβλεπε ο μπαμπάς μου. Σίγουρα τον δάγκωσε γιατί τις νύχτες κοιμάται στο φέρετρό του. Τώρα είναι κι ο μπαμπάς δράκουλας και δεν έχω άλλη επιλογή από να τον φροντίζω να γίνει καλά. Με το μυτερό χερούλι της κουτάλας σκοτώσαμε τη ρουμάνα. Αλλά ο μπαμπάς υπερασπίστηκε τον εαυτό του σα βαμπίρ και αναγκαστήκαμε να του καρφώσουμε το χερούλι του σφυριού και το κοντάρι της σκούπας. Ο muki έχει χάσει το ένα του μάτι και δεν ξέρω τί να κάνω μ' αυτόν. Κλαίει σαν έχει και άσθμα, αλλά η συσκευή μου για τις εισπνοές δε του κάνει.
* Μυθολογικός διάβολος της Περουβιανής και της Βραζιλιάνικης ζούγκλας του Αμαζονίου
**Το άτακτο ξωτικό που ζει στα ορυχεία του Περού



Η ΑΠΕΙΘΑΡΧΗ ΝΕΟΦΕΡΜΕΝΗ

Η ΗΓΟΥΜΕΝΗ ΚΟΙΤΟΥΣΕ την καινούργια με μάτια κοκκινισμένα από το αίμα, γιατί είχε ανακαλύψει ότι προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τους πιστούς που προσευχόταν στο παρεκκλήσι της μονής.
-Έχετε παραβεί τον όρκο της μοναστικής σας ζωής, αδελφή.
-Μα είμαστε νεκρές, άγια μητέρα! Ο Θεός μας έχει ξεχάσει!
-Και ποιός σας είπε ότι υπηρετούμε το Θεό, αδελφή;



ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ

ΔΕΝ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΜΕ ΘΑΨΟΥΝ, πάντα με προκαλούσε απέχθεια η ιδέα του να κατοικώ μέσα σ' ένα τάφο έχοντας συνέχεια στο πρόσωπο την ίδια γκριμάτσα. Αντιθέτως με ενθουσίαζε να φαντάζομαι ότι, έστω μετά θάνατον, η καρδιά μου θα μπορούσε να συνεχίσει να χτυπάει, τα μάτια μου να απολαμβάνουν την ομορφιά και τα νεφρά μου να σμιλεύουν κοφτερές πέτρες μέσα σε ανώνυμους συνενόχους, σ' αυτό το παράλογο και υλιστικό παιχνίδι της εμμονής με τη ζωή. Αλλά είχα την κακοτυχία να πεθάνω πριν από τη σύζυγό μου και δεν έγινε ποτέ η δωρεά των οργάνων μου, ούτε μου έδωσαν την ικανοποίηση να καταλήξουν απομεινάρια από καμμένα μπάζα.
Δεν υπάρχει καλύτερο άλλοθι για το πένθος από ένα πτώμα, και αντί για αναμμένα εξαγνιστικά καρβουνάκια είχα μόνο λουλούδια που μόλις σάπισαν προσέλκυσαν τις πρώτες μύγες και τα πρώτα σκουλήκια. Πάνω από την πλάκα μου αυτή εκπροσώπησε το οδυνηρό τελετουργικό σύμφωνα με το νεκρικό πρωτόκολλο, και λίγα χρόνια αργότερα σταμάτησε να έρχεται, όταν αποφάσισε να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Δεν υπάρχει καλύτερο αφροδισιακό από ένα πτώμα. Στη συνέχεια μετά βίας συνέχισαν να με επισκέπτονται οι κόρες μου, μέχρι που άλλοι πεθαμένοι τις απόσπασαν από το πλευρό μου. Τώρα είμαι μια ακόμη τρύπα σ' αυτό το μεγάλο τσιμεντένιο τυρί.
Μ' ενοχλεί που όλοι τους είναι τόσο ήσυχοι, περιμένοντας μια κρίση που ποτέ δε θάρθει. Τώρα που μπορώ να βγω θα το κάνω με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Πεινάω, και σκέφτομαι να φάω το πρώτο πουλί που θα πλησιάσει.



Ο ΟΙΚΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΑΥΣΗΣ

Η ΗΓΟΥΜΕΝΗ κοίταξε προς τον ουρανό σα να έψαχνε ένα θεϊκό σημάδι, και στα ξάγρυπνα από τις προσευχές μάτια της έλαμψε κρυστάλλινο ένα δάκρυ.
-Και λέτε ότι ο γερο-καθηγητής αρνείται να πάει στη λειτουργία, αδελφή;
-Έτσι ακριβώς, σεβάσμια μητέρα. Και βρίζει και προσβάλει την Παναγία.
-Δεν πειράζει, αδελφή. Οδηγήστε τον τότε να κάνει καμμιά βόλτα στον κήπο.
-Μάλιστα, σεβάσμια μητέρα.
-Αδελφή...
-Μάλιστα, σεβάσμια μητέρα.
-Τί θα λέγατε για κανένα ατύχημα;