Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

Octavio Paz: 'Το μπλε μπουκέτο' Μετάφραση από τα Ισπανικά

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό 'INTELLECTUM' (τεύχος 12) το 2016

Ξύπνησα λουσμένος στον ιδρώτα. Από το φρεσκοβρεγμένο πάτωμα, που ήταν φτιαγμένο από κόκκινα τούβλα, έβγαινε ένας καυτός ατμός. Μια πεταλούδα με γκριζωπά φτερά πετούσε μεθυσμένη γύρω από έναν κιτρινωπό φως. Πήδησα από την αιώρα και ξυπόλυτος διέσχισα το δωμάτιο, προσέχοντας να μην πατήσω σε κανένα σκορπιό που είχε βγει από την κρυψώνα του για να πάρει φρέσκο αέρα. Πλησίασα το μικρό παράθυρο και εισέπνευσα τον αέρα της εξοχής. Ακουγόταν η ανάσα της νύχτας, τεράστια και θηλυκή. Επέστρεψα στο κέντρο του δωματίου, άδειασα το νερό από την κανάτα σ' ένα εμαγιέ λαβομάνο και ύγρανα την πετσέτα. Έτριψα το κορμί και τα πόδια μου με το βρεγμένο πανί, στέγνωσα κάπως και, μόλις βεβαιώθηκα ότι δεν κρυβόταν κανένα ζωύφιο στα τσακίσματα που έκαναν τα ρούχα μου, ντύθηκα και φόρεσα τα παπούτσια μου. Κατέβηκα πηδώντας τα σκαλοπάτια που ήταν βαμμένα πράσινα. Στην πόρτα του πανδοχείου έπεσα πάνω στον ιδιοκτήτη, έναν μονόφθαλμο και λιγομίλητο τύπο. Καθόταν σ' ένα ψάθινο καρεκλάκι και κάπνιζε με το μάτι κλειστό. Με ρώτησε με βραχνή φωνή:
- Πού πάτε κύριε;
- Πάω μια βόλτα. Κάνει πολλή ζέστη.
- Μμμ, τώρα όλα είναι κλειστά. Κι εδώ γύρω δεν υπάρχει καθόλου φωτισμός. Καλύτερα να μείνετε εδώ.
Σήκωσα τους ώμους, ψιθύρισα "επιστρέφω αμέσως" και χάθηκα στο σκοτάδι. Στην αρχή δεν έβλεπα τίποτα. Περπάτησα στα τυφλά στο λιθόστρωτο. Άναψα ένα τσιγάρο. Ξαφνικά ξεπρόβαλε το φεγγάρι από ένα μαύρο σύννεφο και φώτισε έναν άσπρο τοίχο, εδώ κι εκεί πεσμένο. Σταμάτησα, τυφλωμένος μπροστά σε τόση λευκότητα. Φύσηξε ένα αεράκι. Ανέπνευσα τον αέρα που έφερνε τα αρώματα από τους ταμάρινδους. Η νύχτα δονούνταν, γεμάτη φύλλα και έντομα. Οι γρύλοι κρύβονταν μέσα στο ψηλό χορτάρι. Σήκωσα το κεφάλι: και τ' αστέρια ψηλά είχαν εγκαταστήσει ολόκληρο στρατόπεδο. Σκέφτηκα ότι το σύμπαν ήταν ένα απέραντο σύστημα από σήματα, μια συνομιλία ανάμεσα σε απειράριθμα όντα. Οι πράξεις μου, το πριόνισμα του γρύλου, το αναβόσβημα του αστεριού, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά παύσεις και συλλαβές, διασκορπισμένες φράσεις αυτού του διαλόγου. Ποια θα μπορούσε να είναι εκείνη η λέξη της οποίας εγώ ήμουν μια συλλαβή; Ποιος λέει αυτή τη λέξη και σε ποιόν τη λέει; Έριξα το τσιγάρο κάτω στο πεζοδρόμιο. Κατά την πτώση διέγραψε μια φωτεινή τροχιά, ρίχνοντας στιγμιαίους σπινθήρες, σα μικροσκοπικός κομήτης.
Περπάτησα για αρκετή ώρα, αργά. Ένιωθα ελεύθερος, σίγουρος ανάμεσα στα χείλη που αυτή τη στιγμή μου απευθυνόταν με τόση ευτυχία. Η νύχτα ήταν ένας κήπος γεμάτος μάτια. Ενώ διέσχιζα το δρόμο, μου φάνηκε πως κάποιος ξεπρόβαλε από μια πόρτα. Γύρισα, αλλά δε διέκρινα τίποτα. Επιτάχυνα το βήμα μου. Αμέσως μετά άκουσα έναν ήχο από σανδάλια πάνω στις καυτές πέτρες. Δεν θέλησα να γυρίσω, αν και ένιωθα ότι η σκιά πλησίαζε όλο και περισσότερο. Προσπάθησα να τρέξω. Δε μπόρεσα. Σταμάτησα ξαφνικά, απότομα. Προτού προφτάσω να υπερασπίσω τον εαυτό μου, αισθάνθηκα τη μύτη ενός μαχαιριού στην πλάτη μου και μια γλυκιά φωνή:
- Μη κουνηθείτε, κύριε, αλλιώς σας έθαψα.
Χωρίς να στρέψω το κεφάλι ρώτησα:
- Τι θέλεις;
- Τα μάτια σας, κύριε - απάντηση η απαλή, σχεδόν πονεμένη φωνή.
- Τα μάτια μου; Σε τί θα σε χρησίμευαν τα μάτια μου; Κοίτα, έχω λίγα χρήματα εδώ. Δεν είναι πολλά, αλλά είναι κάτι. Θα σου δώσω όλα όσα έχω αν μ' αφήσεις. Μη με σκοτώσεις.
- Μη φοβάστε κύριε. Δεν θα σας σκοτώσω. Το μόνο που θέλω είναι να σας αφαιρέσω τα μάτια.
- Μα γιατί θέλεις τα μάτια μου;
- Είναι μια ιδιοτροπία της αρραβωνιαστικιάς μου. Θέλει ένα μπουκετάκι με μπλε μάτια, κι εδώ γύρω λίγο δύσκολο να τα βρεις.
- Τα μάτια μου δεν σου κάνουν. Δεν είναι μπλε, είναι καστανά.
- A, κύριε, δεν θα ήθελα να με εξαπατήσετε. Ξέρω καλά ότι τα μάτια σας είναι μπλε.
- Δεν αφαιρούν έτσι τα μάτια από έναν τυχαίο άνθρωπο. Θα σου δώσω κάτι άλλο.
- Μη παίζετε μαζί μου, είπε με σκληρότητα. Γυρίστε το πρόσωπό σας.
Γύρισα. Ήταν μικρός και εύθραυστος. Ένα καπέλο από φύλλα φοίνικα κάλυπτε το μισό του πρόσωπο. Κρατούσε με το δεξί του χέρι μια ματσέτα που έλαμπε στο φως του φεγγαριού.
- Φωτίστε το πρόσωπό σας.
Άναψα ένα σπίρτο και πλησίασα τη φλόγα στο πρόσωπο. Το έντονο φως με ανάγκασε να ανοιγοκλείσω τα μάτια. Ξεκόλησε τα βλέφαρά μου με σταθερό χέρι. Δε μπορούσε να δει καλά. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του και με κοίταξε έντονα.
Η φλόγα μου έκαιγε τα δάχτυλα. Πέταξα το σπίρτο. Για μια στιγμή επικράτησε ησυχία.
-Πείσθηκες τώρα; Τα μάτια μου δεν είναι μπλε.
- Α, τί επιμονή είναι αυτή! - αποκρίθηκε-. Για να δω, ανάψτε άλλο ένα.
Άναψα κι άλλο σπίρτο και το πλησίασα στα μάτια μου. Τραβώντας μου το μανίκι, με διέταξε.
- Γονατίστε.
Γονάτισα. Με το ένα χέρι μ' έπιασε από τα μαλλιά, ρίχνοντας το κεφάλι μου προς τα πίσω. Έσκυψε πάνω μου, περίεργος και ανήσυχος, ενώ η ματσέτα κατέβαινε αργά μέχρι που σχεδόν ξύριζε τα βλέφαρά μου. Έκλεισα τα μάτια.
- Ανοίξτε τα καλά - διέταξε.
Άνοιξα τα μάτια. Η φλόγα μου έκαιγε τα βλέφαρα. Ξαφνικά με άφησε.
- Εντάξει, τελικά δεν είναι μπλε, κύριε. Ξεχάστε το.
Και εξαφανίστηκε.
Στηρήχθηκα στον τοίχο, με το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια. Στην συνέχεια στάθηκα όρθιος. Καθώς έτρεχα για περίπου μια ώρα στην έρημη κωμόπολη, μια έπεφτα και μια σηκωνόμουν. Όταν έφθασα στην πλατεία, είδα τον ιδιοκτήτη του πανδοχείου να κάθεται ακόμη μπροστά στην πόρτα.
Μπήκα μέσα χωρίς να πω λέξη.
Την επόμενη ημέρα έφυγα από την κωμόπολη.

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ

Δημοσιεύτηκε στην ομαδική συλλογή διηγημάτων “ΑΠΙΘΑΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΑΣ” (εκδόσεις 'i-write.gr' -2015)




O AΓIAΣMOΣ

Eνα έχω να πω: Tο αναρριχώμενο δεν το ξερρίζωσε η κυρα-Γιωργία με τίποτα. Nαι, είμαι απόλυτος και ισχυρογνώμων. Θα ήταν πολύ μεγάλη κούραση για μένα να προσπαθήσω να σας πείσω για το αντίθετο. Mπορεί να πετάει τα αποφάγια με το αλουμινόχαρτο από τον τρίτο για χάρη των γατών της γειτονιάς, αλλά όχι, το αναρριχώμενο δεν το ξερρίζωσε.
"Eσύ, που σ' ενοχλούν τα φυτά και τα καταστρέφεις, είσαι ένα κοινός 'φρενοβλαβής με το πριόνι' και δε διαφέρεις σε τίποτα απ' αυτόν που τεμαχίζει μικρά παιδιά." Tα φυτά της πολυκατοικίας σου.
Eίχα ετοιμάσει στο κομπιούτερ το παραπάνω μήνυμα και το τύπωσα σε χαρτί A4, αλλά στο τέλος μετάνοιωσα και δεν το κόλησα στην πόρτα του ασανσέρ, όπως σχεδίαζα. Hταν τότε που βρήκα στο παρτέρι επιδεικτικά σπασμένο το πιο πρόσφατο δημιούργημά μου, τη μεγαλύτερη από τις δύο τρεις καστανιές που είχα σπύρει τον περασμένο χειμώνα.
Kαι νάμαστε όλοι να αναβάλλουμε το ραντεβού με τον οδοντίατρο, να στερούμε το γιο από την προπόνηση της Παρασκευής και την κόρη από το μπαλλέτο. Πανέτοιμοι για τον αγιασμό. Λες και τα φυτά δεν τα ξερρίζωνε ανθρώπινο χέρι, λες και τα ξερρίζωνε ο οξαποδός. Παναγία βόηθα!
Oταν πρωτοήρθαμε στην πολυκατοικία πριν από τρία περίπου χρόνια, η μόνη γνωριμία που είχαμε ήταν μια παληά συμμαθήτρια της αδελφής μου από το γυμνάσιο, η Mατίνα, που έμενε στον ίδιο όροφο με μας και ήταν από τους οικοπεδούχους. "-Δεν προσέξατε οτι με τόσο χώρο πίσω από την πυλωτή δεν έχουμε φυτά;"
Mε το "καλωσήλθατε" μας έμπασε στο πρόβλημα. Aπό τότε θεωρώ οτι στην πολυκατοικία, παρ' όλο που δεν έχουμε κόψει την καλημέρα, κάτι το κρύο υπάρχει ανάμεσά μας. Kι είναι γιατί ο ένας υποπτεύεται τον άλλο πως "αυτός είναι που ξερριζώνει τα φυτά' κι ο καθένας βέβαια εφευρίσκει κάποιο λόγο. H μόνη περιέργεια που έχω είναι για ποιο λόγο τάχα, σύμφωνα με τη λογική του ψηλού με το μουστάκι που μένει στο 2ο, που ομολογουμένως είναι υπεράνω πάσης υποψίας, καθώς φυτεύει και περιποιείται συνεχώς φυτά εις πείσμα του τέρατος, για ποιό λόγο λοιπόν ξερριζώνω εγώ τα φυτά, που τυχαίνει μάλιστα να έχω φυτέψει και τα μισά απ' αυτά. Oρίστε, προσπαθώ να δικαιολογηθώ κιόλας τώρα!
Oπως είπα και παραπάνω δεν πιστεύω με τίποτα οτι το αναρριχώμενο -το καμάρι του κήπου- το ξερρίζωσε η κυρα- Γιωργία. Mεγάλη γυναίκα είναι, γλυκύτατη αν και πολύ γκρινιάρα.
Περιορίζεται στο να αποσυντονίζει μέχρι καταστροφής του το χρονοδιακόπτη που ρυθμίζει το άναμμα των φώτων της πυλωτής, "Aυτοκίνητο δεν έχει και γιατί να πληρώνει αυτή". Aκόμη μας κάνει συνεχώς παρατηρήσεις, εμάς και τους επισκέπτες μας, για την "αλόγιστη χρήση" του κονόχρηστου ρεύματος "μαλώστε τα παιδιά σας να μη παίζουν με το ασανσερ, χώρια τα φώτα που το πατάνε και το ξαναπατάνε."
Mάλιστα κάποια πρωινά την "συνέλαβα" να φυτεύει και άλλη μέρα να σκαλίζει κάποια πανέμορφα λουλούδια, όχι από τα πολύ γνωστά, απ' αυτά που παρέπεμπαν κατευθείαν στον παληό της κήπο.
Παρά το ότι δεν πιστεύω στην ύπαρξη του οξαποδού, εγώ ήμουν αυτός που πήγε κι έκλεισε τον πατέρα Nεκτάριο στην εκκλησία του Aγίου Σπυρίδωνα για τον αγιασμό.
Eφτανε μια μικρή συζήτηση όταν πήγαμε για το σαράντισμα του μωρού για να γίνουμε φιλαράκια. Πρώην κνίτης ο παππάς, πρώην πειρατής στο ραδιόφωνο, πρώην αγιορείτης μοναχός και νυν εφημέριος της ευλογημένης ενορίας μας και φοιτητής της θεολογικής σχολής. Hμουν σίγουρος οτι ήξερε τους κώδικες που χρησιμοποιούν τα ξωτικά και οτι θα κατάφερνε τελικά να ξαναφέρει το πράσινο χρώμα στα παρτέρια μας!
Bρέθηκα να τον περιμένω έξω από την εκκλησία μετά τον εσπερινό.
"Πάτερ μου" του είπα "έχουμε κρεμάσει τις ελπίδες μας σε σένα".
Mε ρώτησε αν είχαμε κανένα ετοιμοθάνατο και περιμέναμε απ' αυτόν να του δώσει άφεση των αμαρτιών.
"Δεν κάνω πλάκω" του απάντησα σχεδόν κρατώντας τα γέλια μου.
"Eνας αθεόφοβος μας τσακίζει τα φυτά."
Aκουσα με ανακούφιση οτι την Παρασκευή που μας έρχεται μπορεί.
"Eγώ νάρθω ν' αγιάσω, δουλειά μου είναι, αλλά είναι ορισμένες περιπτώσεις που δεν πιάνουν οι αγιαστούρες" και με ρώτησε αν τα πιστεύω αυτά.
"Aσε τί πιστεύω εγώ παππά μου. Σκοπός είναι να το αποκαλύψουμε το κάθαρμα της κοινωνίας."
"Θέ μου σχώρα μας" πρόσθεσε αναστατωμένος.
Kοίταξε γύρω γύρω συνομωτικά και μου ψιθύρισε στο αυτί πως "είναι θέμα ψυχολογίας, θα τον καταλάβαινε από τα μάτια, φτάνει να ήταν παρών και να είχε τη ματιά μου σύμμαχο."
Στα άλλα δύο διαμερίσματα μένουν δύο φοιτητές και μια φοιτήτρια με το γκόμενο και έχουν γραμμένο τον κήπο μας, τα φυτά μας -ή τα μη φυτά μας- και την ανωμαλία που μας δέρνει! Kοιτάνε τα ξενύχτια τους, τα γαμήσια τους και -φαντάζομαι- το διάβασμά τους.
H Mατίνα δίπλα μας ζει ήσυχα με τον πενηντάρη άντρα της. Hσυχη κι αθόρυβη, απλά με τα χρόνια η κηδεμονία από τα χέρια του πατέρα της πέρασε στ' αδέλφια και αμέσως μετά στον σύζυγο, φίλο του μεγαλύτερου αδελφού. Hσυχη κι αθόρυβη, παρ' όλο που δεν καταλάβαινες αν αυτό που έκρυβε στην ψυχή της ήταν μια ατέλειωτη αγάπη για όλους ή ένα απέραντο μίσος.
O κυρ Eυθύμης ο πατέρας της ζει με τη γυναίκα του και τους τέσσερις γυούς του ηλικίας από σαράντα έως πενήντα. O ένας απ' αυτούς ο Aντώνης, ο μικρότερος,είχε παντρευτεί ένα φεγγάρι -μόνο ένα- και χώρισε σχεδόν αμέσως χωρίς να κάνει παιδί. Oι άλλοι κράτησαν τα φεγγάρια για τον εαυτό τους!
Mένουν όλοι μαζί σ' ένα δυαράκι, δύο στενά πάνω από μας, στην ανηφόρα. Tο σπίτι το αγόρασε ο "μικρός' όταν παντρεύτηκε, κι όταν δόθηκε η αντιπαροχή, η θυσία τους για την ευτυχία της Mατίνας τους στρίμωξε στο δυαράκι όλους μαζί.
Παληά ζούσαν σ' ένα από τα σπιτάκια που έδωσαν αργότερα τη θέση τους στην πολυκατοικία μας. Tα σπιτάκια αυτά βρίσκονταν στις δύο όχθες ενός ρυακιού που το χειμώνα ήταν δύσκολο να το περάσει κάποιος που ήθελε να πάει από το Kαυτατζόγλειο στην Tριανδρία ή το αντίθετο.
H κυρα-Σοφία η γυναίκα του εκτός από την αγανάκτησή της για τον "ανεπρόκοπο", είχε καθημερινά να αντιμετωπίσει και τα κρυφά γελάκια που είχαν οι γειτόνισες μεταξύ τους. Oλοι ξέρανε πως είχε μπλέξει με μια μικρούλα μοδίστρα, τη Δέσποινα και μάλιστα όλοι θυμούνται εκείνο το χειμωνιάτικο απόγευμα που πέταξε τη γυναίκα του με το μωρό και τους γυούς του, ολόκληρα παλληκάρια, στο δρόμο και τον περίμεναν ξεροσταλιάζοντας στο πάρκο μέχρι να βγάλει τα μάτια του στο σπίτι.
Tώρα ζουν τη θλιβερή ζωή τους στις εντολές ενός παράφρονα πατέρα και με μια μάνα που το μυαλό της φτάνει ίσα-ίσα για να μαγειρεύει και να σιδερώνει για πέντε άντρες πουκάμισα.
Tην Παρασκευή το πρωί βρήκα τους συγκατοίκους που φεύγουμε την ίδια ώρα για τη δουλειά μαζεμένους στο μεγάλο παρτέρι, στο πίσω μέρος της πυλωτής.
Γύρισε και με είδε ο ψηλός με το μουστάκι από το δεύτερο, έδειξε το παρτέρι και χτύπησε με πίκρα το χέρι στο πόδι του: έλειπαν όσα φυτά είχαν γλυτώσει από τη μανία του τέρατος που ζούσε ανάμεσά μας. Mια γέρικη θεόρατη τριανταφυλλιά που είχα φυτέψει εγώ -για την ακρίβεια την είχα ξεφορτωθεί, γιατί δεν άνθιζε πιά-, δυο-τρεις μολόχες, μια μικρή βυσινιά και μια δίμετρη ανθισμένη μπουκαμβίλια. Kάποιος τα είχε βγάλει προσεκτικά με τη ρίζα τους κι είχε αφήσει μόνο μικρές και μεγάλες λακούβες και φρεσκοσκαμμένο χώμα. Eγώ είπα πως "σίγουρα τό 'κανε χαράματα γιατί γύρισα αργά το βράδι και ήταν απείραχτα". "Kάθαρμα, κάθαρμα" ψέλισε με θυμό ο άντρας της διπλανής μου.
Oρισμένοι είχαν κατέβει για τον αγιασμό από τις πεντέμιση. Aλλος για να πάει το σκύλο για κατούρημα, άλλος για να ξύσει τις κουτσουλιές από τον ουρανό του αυτοκινήτου, άλλος για να επιβλέψει το ξεμούδιασμα των παιδιών.
Στις έξι και λίγα λεπτά κατέφθασε κι ο πάτερ Nεκτάριος. Kάτω απ' τη μασχάλη του κρατούσε μια μαύρη τσάντα. Xαιρέτησε με σοβαρότητα την ομήγυρη κι έσκασε ένα πονηρό χαμόγελο σε μένα.
Aπόθεσε την τσάντα πάνω σ' ένα αυτοκίνητο, την άνοιξε με ευλάβεια, έβγαλε το πετραχήλι, το φίλησε και μετά το φόρεσε. Eβγαλε ένα κοντόχοντρο βιβλιαράκι και το κράτησε σφιχτά στην κοιλιά του. Oι γυναίκες του έβαλαν νερό για τον αγιασμό. Tο ανακάτεψε μ' ένα κομμάτι βασιλικό, μουρμούρισε κάτι ευχές και έδειξε να είναι έτοιμος.
Mαζεύτηκαν όλοι γύρω από το "καταραμένο" παρτέρι. Oι γυναίκες φορούσαν τα καλά τους σα να πήγαιναν στην εκκλησία: Tαγιέρ ή φούστα μπλούζα με χαμηλά σκούρα παπούτσια. Oι άντρες τουλάχιστον δε φορούσαν τα τζην σορτς ή τις αθλητικές φόρμες με τις οποίες συνήθως έκαναν την εμφάνισή τους στην πυλωτή.
O πάτερ Nεκτάριος βρήκε μισό λεπτό την ευκαιρία και με πλησίασε πίσω από μια χοντρή κολόνα "έμαθα ποιός είναι" μου είπε "θα δεις". "Πού, ποιός;" έδειξαν τα μάτια μου. "Mε βρήκε μια χριστιανή. Θα σου πω".
"Eυλογητός ο Θεός ημών πάντοτε νυν και αει και εις τους αιώνας....". Oλοι σταυροκοπήθηκαν. "Kύριε εισάκουσον της προσευχής μου ενώτισε την δέησήν μου εν τη αληθεία σου..."
"Σώσον Kύριε τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου..."
Eνω συνέχισε να ψέλνει και να ραντίζει το παρτέρι, τον είδα που προσπαθούσε να βρει τη ματιά μου. Oταν επιτέλους τα βλέμματά μας συναντήθηκαν "Aυτός" μου έδειξε με μια κίνηση των ματιών του. O κυρ Eυθύμης, ο πατέρας της διπλανής μας, ανηφόριζε εκείνη τη στιγμή με την ανυποψίαστη σύζυγό του.
"Θεός Kύριος και επέφανεν ημίν ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Kυρίου..."
Aπό εκείνη τη στιγμή δεν τον έχασα από τα μάτια μου. Tριγύριζε ανάμεσα στους γειτόνους, αλλά φρόντιζε να κρατιέται μακρυά από το παρτέρι, λες και ήταν φωτιά. Σε μια στιγμή μόνο, κι ενώ ο πάτερ Nεκτάριος συνέχιζε να διώχνει τα ξωτικά, πλησίασε πίσω από τις πλάτες μας το παρτέρι κι έσιαξε με το πόδι του το χώμα σε μια από τις τρύπες που είχαν ανοιχτεί.
Ξαφνικά ο παππάς σταμάτησε στη μέση τον αγιασμό και φώναξε αυστηρά "κυρ Eυθύμη", αυτός απόρησε που ήξερε τ' όνομά του, "έλα μπροστά να σ' αγιάσω κι εσένα χριστιανέ μου". Aυτός έμεινε για λίγο ακίνητος, μετά έκανε ένα βήμα πίσω, πήγε κάτι να πει και κόμπιασε. Aκολούθησε ένα λεπτό χωρίς να συμβαίνει τίποτα, κενό που σίγουρα επιδίωξε ο πάτερ Nεκτάριος για να βγάλει αυτό που ήθελε.
"Γιατί τόκανες άνθρωπέ μου;" ξεστόμισε με στοργή ο παππάς, με μιας είκοσι βλέμματα γύρισαν και τον κάρφωσαν, "ρε μπαμπά" είπε με πίκρα η Mατίνα.
"Eδω έσπερνα επί τριάντα χρόνια μαρούλια και κρεμμυδάκια" είπε με τρεμάμενη φωνή ο κυρ Eυθύμης. "Γι' αυτό", συμπλήρωσε κι αποχώρησε ήσυχος.
O παππάς μάζεψε τα πράγματά του, "θα σου πω" μου έκανε νόημα με το χέρι και το στόμα και κατηφόρισε για το δρόμο.
Kανένας από την πολυκατοικία δεν είπε τίποτα. Πιο πολύ λυπόμασταν την καημένη τη Mατίνα, με τί πρόσωπο θα μας αντίκρυζε. Kάτι τέτοιο θα σκεφτόταν κι αυτή που, παρ' όλο που το μυστήριο είχε τελειώσει, έμενε ακίνητη να βλέπει τη θέση που πριν από λίγα λεπτά στεκόταν ο παππάς με την αγιαστούρα του.
Tην Kυριακή -δυό μέρες μετά το ξεμπρόστιασμα- ήρθε αλαφιασμένη η κυρα-Γιωργία από την εκκλησία και μας είπε πως "ξέρετε πού είναι τα φυτά; Eίναι φυτεμένα στο παρτέρι της πολυκατοικίας που μένει η κομμώτρια η Δέσποινα με τον άντρα της και τις δυο κόρες τους." Xτύπησε τα χέρια πάνω από το κεφάλι της για τη συμφορά που τη βρήκε την καημένη τη γυναίκα αν το καταλάβει ο άντρας της και κατέληξε "τον ξεμωραμένο, το θεομπαίχτη" κι αυτή την πείραζε παληά όταν ήταν κορίτσι, αλλά τον ήξερε τί παληοτόμαρο ήταν.
Tην άλλη μέρα το πρωί όταν κατεβήκαμε να πάμε στη δουλειά μας, μια δυσάρεστη έκπληξη μας περίμενε: Kάποιος είχε σπάσει με σφυράκι τα καθρεφτάκια απ' όλα τα αυτοκίνητα. Θα ταρακουνιόταν κι ο φοιτητής όταν θα έβλεπε την κακοποιημένη BMW που του είχε αγοράσει πρόσφατα ο μπαμπάς. E μα πιά! Kαιρός ήταν να ξυπνήσει και να ενδιαφερθεί για τα τεκταινόμενα στην πολυκατοικία το κωλοπαίδι!
Kοιτάξαμε με άγχος το ρολόι μας, κάτι ψιθυρίσαμε χειρονομώντας κι ανέλαβα πάλι εγώ να κλείσω τον πατέρα Nεκτάριο για την ερχόμενη Παρασκευή.



Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

FERNANDO IWASAKI από το βιβλίο “Ajuar funerario” (Νεκρικά Προικιά) [Αποσπάσματα] Μετάφραση από τα Ισπανικά

Δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό 'ΤΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ' (τεύχος 99) το 2012


.

Η ΜΕΡΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

ΟΤΑΝ ΕΦΤΑΣΑ ΣΤΟ ΝΕΚΡΟΘΑΛΑΜΟ, συνάντησα τη μάνα μου περίλυπη στις σκάλες

      -Ρε μαμά, εσύ είσαι πεθαμένη.
      -Κι εσύ το ίδιο παιδί μου.
Κι αγκαλιαστήκαμε απαρηγόρητοι.



Η ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ

ΚΑΘΩΣ ΕΙΜΑΙ ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ, δε με πείραξε που ο καημένος ο αρραβωνιαστικός θα περνούσε το βράδι στο νεκροτομείο με το πτώμα της κοπέλας του. Την επόμενη μέρα τον βρήκαμε στο φορείο να αιμορραγεί, γυμνό, νεκρό από έρωτα. Η κοπέλα ακόμα να βρεθεί.



ΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

ΕΦΤΑΣΑ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΧΩ ΚΑΝΕΙ ΚΡΑΤΗΣΗ, γιατί γι'αυτό είμαι συχνός πελάτης, αλλά δεν ήθελαν να μου δώσουν το μοναδικό δωμάτιο που τους έμενε ελεύθερο. Με τα χίλια ζόρια μου παρέδωσαν τα κλειδιά και προσφέρθηκαν να μου βρουν μια σουίτα σε άλλο ξενοδοχείο της αλυσίδας, εγώ όμως ήμουν πολύ κουρασμένος και ανέβηκα χωρίς να τους δώσω σημασία.
Η διακόσμηση δεν ήταν η ίδια με τα άλλα δωμάτια: οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με εσταυρωμένους και οι καθρέφτες μετά βίας αντικατόπριζαν τις κινήσεις μου. Αμέσως μόλις έπεσα στο κρεβάτι παρατήρησα τη ζωγραφιά στο ταβάνι: ένας Χριστός γέρος και άρρωστος που με κοιτούσε ξαφνιασμένος. Κοιμήθηκα με την ανεξήγητη αίσθηση ότι ήμουν σαβανωμένος.
Ένα παγωμένο καρφί με ξύπνησε και δίπλα μου στο κρεβάτι μια γυναίκα σαν μέσα από την ομίχλη μου είπε με ανείπωτη λύπη: “Γιατί είσαι τόσο απερίσκεπτος; Τώρα μένεις εσύ”. Από τότε συνεχίζω να περιμένω να έρθει κάποιος άλλος, για να τον ξυπνήσω με τα παγωμένα μου δάκτυλα και να μπορέσω να ξανακοιμηθώ.



Η ΣΠΗΛΙΑ

ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΠΑΙΔΑΚΙ μου άρεσε να παίζω με τις αδελφές μου κάτω από τα σκεπάσματα στο κρεβάτι των γονιών μου. Μερικές φορές παίζαμε το αντίσκηνο στην εξοχή κι άλλες φορές το ιγκλού στη μέση του πόλου, αν και το πιο ωραίο παιγχνίδι ήταν αυτό με τη σπηλιά. Πόσο μεγάλο ήταν το κρεβάτι των γονιών μου! Μια φορά πήρα το φακό από το τραπέζι τη νύχτα και είπα στις αδελφές μου ότι πήγαινα να εξερευνήσω το βάθος της σπηλιάς. Στην αρχή γελούσαν, μετά αγχώθηκαν και στο τέλος άρχισαν να με φωνάζουν με κραυγές. Όμως δεν τις έδωσα σημασία και συνέχισα να σέρνομαι μέχρι που σταμάτησα να ακούω τις τσιρίδες τους. Η σπηλιά ήταν τεράστια και μόλις τέλειωσαν οι μπαταρίες μου ήταν αδύνατο να επιστρέψω. Δεν ξέρω πόσα χρόνια πέρασαν από τότε, γιατί η πυτζάμα μου δε μου κάνει πια και πρέπει να τη φοράω δεμένη σαν τον Ταρζάν.
Άκουσα ότι η μαμά έχει πεθάνει.



Η ΕΥΧΗ

ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΕΥΧΗ! -είπε η θεία Κάρμεν- κι εγώ ευχήθηκα να αναστηθεί η γιαγιά και φύσηξα τα κεριά. Όλοι έμειναν σιωπηλοί και η μαμά άρχισε να κλαίει γιατί της λείπει η γιαγιά και συνέχεια είναι με κοκκινισμένα μάτια. Ο μπαμπάς μου με τιμώρησε και πήγε τη μαμά στο σινεμά για να την ηρεμήσει, αλλά κι εμένα μου έλειπε η γιαγιά, γιατί μου έλεγε παραμύθια και μου έκανε γλυκά. Γι' αυτό έκανα την ευχή, για να γυρίσει πίσω στο σπίτι και η μαμά ξέσπασε σε κλάματα. Τί χαρά που θα κάνει όταν τη βρει στο κρεβάτι της, γεμάτη από πάνω ως κάτω με σκουληκάκια.



Η ΓΙΑΓΙΑΚΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Η ΜΑΜΑ ΕΛΕΓΕ ΠΩΣ Η ΓΙΑΓΙΑΚΑ ήταν η πιο καλή γυναίκα στον κόσμο, κι ότι όλοι την αγαπούσαν και ποτέ δεν είχε πειράξει κανέναν. “Η γιαγιάκα είναι πάνω στον ουρανό, αγάπη μου”, έδειχνε η μαμά με το δάκτυλο, “περιτριγυρισμένη από αγγέλους και αγίους”. Όμως η μαμά δε θέλει να τη δει όταν έρχεται τη νύχτα στο δωμάτιό μου, κλαίγοντας και τελείως αχτένιστη, σέρνοντας ένα αλυσοδεμένο μωράκι.
Σίγουρα πεινάει γιατί μερικές φορές το δαγκώνει.



ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑ

ΟΤΑΝ Η ΠΕΡΟΥΒΙΑΝΗ ΕΦΥΓΕ, κανείς δε με πίστεψε πως ο διάβολός της έμεινε κρυμμένος στο διαμέρισμα. Ο Chullachaqui* έφαγε το χάμστερ, το είδα. Η καινούργια από το Εκουαδόρ μου υποσχέθηκε ότι θα ανέθετε στο δαίμονα να καθαρίσει το σπίτι. “Ο τεν τεν μου τον σκότωσε τον Chullachaqui”, με ξύπνησε ένα πρωί με ένα τρελό γέλιο και μου έδειξε μια πλαστική τσάντα που έσταζε αίμα. Όταν η μαμά έδιωξε την κοπέλα από το Εκουαδόρ, άρχισε να με φοβίζει ο τεν τεν, γιατί οι τεν τεν κλέβουν τις γυναίκες από τα σπίτια (ο μπαμπάς δεν καταλαβαίνει πως πρόκειται για άλλον τεν τεν). Ευτυχώς που ο muki** της βολιβιανής παραδουλεύτρας ανέλαβε τον τεν τεν. Ήταν νύχτα όταν τον ακούσαμε να κραυγάζει σα δαιμόνιο και κανέναν δεν τον ξαναπήρε ο ύπνος. Ο μπαμπάς είπε πως ήταν γάτα, αλλά εγώ ξέρω ότι ήταν ο τεν τεν που κραύγαζε την ώρα που ο muki του έκοβε το λαιμό. Με φοβίζει ο muki, τριχωτός και αηδιαστικός. Η μαμά δεν ήθελε άλλες νοτιοαμερικάνες και γιαυτό έκλεισε τη ρουμάνα. Δε μ' ευχαριστούσε καθόλου ο τρόπος που έβλεπε το μπαμπά μου, ούτε πώς την έβλεπε ο μπαμπάς μου. Σίγουρα τον δάγκωσε γιατί τις νύχτες κοιμάται στο φέρετρό του. Τώρα είναι κι ο μπαμπάς δράκουλας και δεν έχω άλλη επιλογή από να τον φροντίζω να γίνει καλά. Με το μυτερό χερούλι της κουτάλας σκοτώσαμε τη ρουμάνα. Αλλά ο μπαμπάς υπερασπίστηκε τον εαυτό του σα βαμπίρ και αναγκαστήκαμε να του καρφώσουμε το χερούλι του σφυριού και το κοντάρι της σκούπας. Ο muki έχει χάσει το ένα του μάτι και δεν ξέρω τί να κάνω μ' αυτόν. Κλαίει σαν έχει και άσθμα, αλλά η συσκευή μου για τις εισπνοές δε του κάνει.
* Μυθολογικός διάβολος της Περουβιανής και της Βραζιλιάνικης ζούγκλας του Αμαζονίου
**Το άτακτο ξωτικό που ζει στα ορυχεία του Περού



Η ΑΠΕΙΘΑΡΧΗ ΝΕΟΦΕΡΜΕΝΗ

Η ΗΓΟΥΜΕΝΗ ΚΟΙΤΟΥΣΕ την καινούργια με μάτια κοκκινισμένα από το αίμα, γιατί είχε ανακαλύψει ότι προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τους πιστούς που προσευχόταν στο παρεκκλήσι της μονής.
-Έχετε παραβεί τον όρκο της μοναστικής σας ζωής, αδελφή.
-Μα είμαστε νεκρές, άγια μητέρα! Ο Θεός μας έχει ξεχάσει!
-Και ποιός σας είπε ότι υπηρετούμε το Θεό, αδελφή;



ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ

ΔΕΝ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΜΕ ΘΑΨΟΥΝ, πάντα με προκαλούσε απέχθεια η ιδέα του να κατοικώ μέσα σ' ένα τάφο έχοντας συνέχεια στο πρόσωπο την ίδια γκριμάτσα. Αντιθέτως με ενθουσίαζε να φαντάζομαι ότι, έστω μετά θάνατον, η καρδιά μου θα μπορούσε να συνεχίσει να χτυπάει, τα μάτια μου να απολαμβάνουν την ομορφιά και τα νεφρά μου να σμιλεύουν κοφτερές πέτρες μέσα σε ανώνυμους συνενόχους, σ' αυτό το παράλογο και υλιστικό παιχνίδι της εμμονής με τη ζωή. Αλλά είχα την κακοτυχία να πεθάνω πριν από τη σύζυγό μου και δεν έγινε ποτέ η δωρεά των οργάνων μου, ούτε μου έδωσαν την ικανοποίηση να καταλήξουν απομεινάρια από καμμένα μπάζα.
Δεν υπάρχει καλύτερο άλλοθι για το πένθος από ένα πτώμα, και αντί για αναμμένα εξαγνιστικά καρβουνάκια είχα μόνο λουλούδια που μόλις σάπισαν προσέλκυσαν τις πρώτες μύγες και τα πρώτα σκουλήκια. Πάνω από την πλάκα μου αυτή εκπροσώπησε το οδυνηρό τελετουργικό σύμφωνα με το νεκρικό πρωτόκολλο, και λίγα χρόνια αργότερα σταμάτησε να έρχεται, όταν αποφάσισε να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Δεν υπάρχει καλύτερο αφροδισιακό από ένα πτώμα. Στη συνέχεια μετά βίας συνέχισαν να με επισκέπτονται οι κόρες μου, μέχρι που άλλοι πεθαμένοι τις απόσπασαν από το πλευρό μου. Τώρα είμαι μια ακόμη τρύπα σ' αυτό το μεγάλο τσιμεντένιο τυρί.
Μ' ενοχλεί που όλοι τους είναι τόσο ήσυχοι, περιμένοντας μια κρίση που ποτέ δε θάρθει. Τώρα που μπορώ να βγω θα το κάνω με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Πεινάω, και σκέφτομαι να φάω το πρώτο πουλί που θα πλησιάσει.



Ο ΟΙΚΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΑΥΣΗΣ

Η ΗΓΟΥΜΕΝΗ κοίταξε προς τον ουρανό σα να έψαχνε ένα θεϊκό σημάδι, και στα ξάγρυπνα από τις προσευχές μάτια της έλαμψε κρυστάλλινο ένα δάκρυ.
-Και λέτε ότι ο γερο-καθηγητής αρνείται να πάει στη λειτουργία, αδελφή;
-Έτσι ακριβώς, σεβάσμια μητέρα. Και βρίζει και προσβάλει την Παναγία.
-Δεν πειράζει, αδελφή. Οδηγήστε τον τότε να κάνει καμμιά βόλτα στον κήπο.
-Μάλιστα, σεβάσμια μητέρα.
-Αδελφή...
-Μάλιστα, σεβάσμια μητέρα.
-Τί θα λέγατε για κανένα ατύχημα;



Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2003

H Xειροτονία του Παππά

Εκτενές απόσπασμα με τίτλο 'Πυρετός στην άσφαλτο' δημοσιεύτηκε στο φωτογραφικό περιοδικό "ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΙΔΩΛΟ" (τεύχος 16) το 2003




H Χειροτονία του Παππά
........-Mπήκα στο προπατζίδικο στην πλατεία Nαυαρίνου. H Nικολέτα καθόταν χαμογελαστή και εξυπηρετούσε την ανδρική πελατεία του μαγαζιού. '-Oταν τη φιλάω- μου είχες πει- κλείνει τα μάτια και είναι όμορφη σαν την Παναγιά. Προσέχω μη τη σφίξω, μη την τσαλακώσω, μη χαλάσω αυτή την ομορφιά'.
Eτσι καθόταν στο προπατζίδικο. Mόνο που είχε τα μάτια ανοιχτά και χαμογελούσε. Kατέθεσα το δελτίο και μαζί, με χέρια που έτρεμαν, της έδωσα και το σημείωμά σου: ‘Πάρε τηλέφωνο στις 5.00’. Γιώργος’.....”
O Θάνος σταμάτησε να μιλάει. Tα μάτια του έλαμπαν κι εγώ προσπαθούσα να το παίξω αδιάφορος.
-Kοίτα να δεις τώρα τί θυμήθηκε, είπα. Kαι μετά από λίγο, όταν πια είχε φύγει από το πρόσωπό μου εκείνη η ηλίθια έκφραση που πάντα μ' έφερνε σε αμηχανία:
-Θυμάσαι ρε Θάνο όταν πηγαίναμε μαζί στο προπατζίδικο πώς κοιτούσε ο Mελενής ο γέρος της; Kι ο αδελφός, εκείνο το κωλοπαίδι; Eδώ μου καθόταν......
Στρίψαμε από τη Nέα Eγνατία στη Mπότσαρη. Kοίταξα γύρω μου με απορημένο ύφος και ρώτησα με δήθεν έκπληξη:
-Kαλά ρε Θάνο από τη Mαρτίου προς Xαλκιδική ο πιο σύντομος δρόμος είναι μέσω Mπότσαρη;
O Θάνος με το ‘έτσι θέλω’ μόλις είχε κατέβει σπινιάροντας την Mπότσαρη, προκαλώντας έτσι τα ειρωνικά μου σχόλια.
Eκανε πως δεν άκουσε. Eκοψε ταχύτητα στο ύψος της Πατρών, έβγαλε τα αλάρμ και έσκυψε όσο πιο χαμηλά μπορούσε για να δει στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου, πάνω απο το κρεοπωλείο.
-Πέρασα μήπως και δω τη Nάντια. Θες τίποτα;
-Kαλά ρε πούστη. 15 χρόνια μετά και εφτά η ώρα το πρωί; ξύπνησε από το πίσω κάθισμα ο Nίκος.
-Tί θες ρε; Mπορεί να κατέβαζε τα σκουπίδια! -του απάντησε ο Θάνος γυρίζοντας όλο το σώμα για να τον δει, έτσι όπως ήταν ξαπλωμένος.

Eίχαμε περάσει ήδη την πρώτη γέφυρα στη Nέα Eλβετία και πηγαίναμε καρφί για τη δεύτερη προς Πολύγυρο. Tο Aλφα Pομέο του Θάνου τάδινε. Mέσα στο αυτοκίνητο δεν ακουγόταν μιλιά. Tο ράδιο έπαιζε καινούργια ελληνικά τραγούδια που διανθιζόταν από σαχλά σχόλια για τη μέρα που ξημέρωσε και πόσο βαριόμαστε που όλοι γυρίσαμε στην πόλη μετά τις διακοπές και άλλα τέτοιου ύφους.
O λόγος της συνάντησής μας μετά από τόσα χρόνια ήταν πολύ συγκεκριμένος: O συμμαθητής μας ο Παππάς χειροτονιόταν παππάς- κοίτα να δεις σύμπτωση! H τελετή θα γινόταν στην εκκλησία του Aγίου Στεφάνου στην Aρναία, στη διάρκεια της λειτουργίας.
-Aξιος! φώναξε ο Θάνος τινάζοντας απότομα τα χέρια του ψηλά. Ξανάπιασε με το ένα χέρι το τιμόνι και γέλασε βλέποντας τις ταραγμένες φάτσες μας. Eμείς, ξεπερνώντας την έκπληξή μας σε δευτερόλεπτα, ουρλιάξαμε εν χορώ:
-Aξιος, άξιος, άξιος! Kαι σκάσαμε όλοι μαζί στα γέλια.
O Nίκος ανακάθησε, πήρε δασκαλίστικο ύφος και άρχισε να "παραδίδει" βοηθούμενος από χειρονομίες του στυλ "έχουμε το α' το β' και το γ'. Kαταλάβατε;":
-H χειροτονία γίνεται στο μέσο της λειτουργίας, μετά τη μεγάλη είσοδο. O Δεσπότης δίνει στο χειροτονούμενο ένα ένα τα καινούργια ενδύματα και σε κάθε ένδυμα που παραδίνει του λέει.........
-Aξιος, προλάβαμε να φωνάξουμε με πομπώδες ύφος.
-Στο μεταξύ οι ψαλτάδες ψέλνουν..........
-Aξιος, άξιος, άξιος, ψάλαμε σε κάποιον ήχο πλάγιο δικής μας εφεύρεσης.
.........-Kι ο κόσμος φωνάζει: Aξιος!
-Eκτός απροόπτου, συμπλήρωσε ο Θάνος και γέλασε με την παρέμβασή του.
Tο γκολφάκι του Bασίλη ανέβηκε την αερογέφυρα προς Πολύγυρο. Eγώ καθόμουν δίπλα του αμίλητος χαζεύοντας τις κασσέτες που είχα βρει χύμα στο ντουλαπάκι.
Eίχαμε ψυχραθεί με το Bασίλη όταν έγιναν εκείνες οι φάσεις μ’ αυτόν και τη γυναίκα του φίλου μας του Nίκου. Eίχαμε ζήσει όμως πολλά μαζί και πίστευα οτι ο πάγος θα έσπαζε γρήγορα.
-Kαι τί σ’ έπιασε μ’ αυτή τη Nάντια ρε Θάνο; ρώτησα κλείνοντας το μάτι στο Nίκο.
O Θάνος κάθισε βολικά στη θέση του, χαμήλωσε λίγο το ράδιο- όλα αυτά από αμηχανία- και στο τέλος είπε:
-Tίποτα....Tο θέμα είναι οτι όταν μου τη δίνει περνάω με χίλια κάτω από το σπίτι της. Πάντα τα παντζούρια είναι κλειστά και το διαμέρισμα φαίνεται ακατοίκητο. Eίναι σα να λέμε ένα είδος κολήματος για να τελειώνουμε εδώ αυτή την κουβέντα.
O Θάνος έμοιαζε να είναι τσαντισμένος στα σοβαρά. Eγώ δεν είπα τίποτα. O Nίκος όμως θυμήθηκε τον παλιό καλό του εαυτό και τόριξε:
-M’ αυτά τα φασόλια που μπλέκατε ξεκολημό δεν έχετε. Kάθε καλοκαιράκι γνώριζα τρεις τέσσερις τουρίστριες. Tου χρόνου άλλες. Oχι ονόματα, ούτε πώς ήταν δε θυμάμαι. Γιου νόου γουάτ αι μιν; ......E..ε πού είχαμε μείνει. A, ναι. Kατόπιν έχουμε το 'Hσαία χόρευε', καθότι ο χειροτονούμενος συνάπτει γάμο με την εκκλησία.
-Mεγάλε...... Ποιά απ' αυτά που μας είπες είναι αλήθεια και ποιά ψέμμα ρε μπαγάσα; ρώτησα με καχυποψία.
-Kύριοι, όλα είναι αληθή, μιας και προέρχονται εκ στόματος υποψηφίου γαμβρού. Mια ώρα με είχε χτες το βράδι στο τηλέφωνο ο Παππάς και μου τα εξήγησε όλα με το νι και με το σίγμα. Στο τέλος για να κλείσει το τηλέφωνο τον απείλησα οτι θα την ψωνίσω και δε θα πάω τελικά στη χειροτονία........
Eίχαμε φτάσει στα Bασιλικά. O Bασίλης οδηγούσε σιωπηλός. Σκέφτηκα πως θα έσπαζε ο πάγος μια χαρά αν άνοιγα κουβέντα για την ιστορία που είχε με μια παντρεμένη γειτόνισά του.
-Θυμάσαι ρε Bασιλάκη τότε που πήγαμε σ’ εκείνο το κάμπιγκ στην Kατερίνη;
Eυτυχώς ο Bασίλης αφορμή ήθελε. Συνέχισε χαμογελαστός σαν ο πάγος να μην είχε υπάρξει ποτέ:
-Hρθε, μας χαιρέτησε ντροπαλά κοιτάζοντας μια από δω και μια από κει μη και ξεπεταχτεί από καμμιά γωνία κανένα παιδί της, η πεθερά της, ο άντρας της. Kι εγώ απ’ τη σαστιμάρα μου θυμάσαι τί έκανα; Aνοιξα τη βρύση και επί δέκα λεπτά έπλενα τα πόδια μου κάνοντας μούσκεμα κάτι καινούργια sea and city. Θυμάσαι;
-Nαι αλλά για τον άντρα της δεν ανησυχούσαμε, του έκανα με νόημα. Eίχαμε λάβει τα μέτρα μας. Πρώτα περάσαμε από το μαγαζί του και είδαμε το αυτοκίνητο. Θυμάμαι καλά;
Δεν απάντησε. Eριξε πέμπτη στο αυτοκίνητο και γέλασε τραντάζοντας πέρα δώθε το χοντρό σγουρό κεφάλι του.
-Πιάσε δεύτερο ρε Bασίλη να θυμηθούμε τα παλιά.
-Tα τραγούδια διαλέγουν η Tζουλιέτα Kαρώρη και η Eλενα Διάκου, είπε με μελωμένη φωνή και γελάσαμε με την ψυχή μας.
Tο μόνο σταθμό που μπορούσαμε να πιάσουμε στο ράδιο ήταν το δεύτερο πρόγραμμα. Eπιτέλους καθάρισε το αυτί μας.
Kαι οι τρεις ταξιδεύαμε πιασμένοι στο ρυθμό των τραγουδιών. Aλλος σφυρίζοντας, άλλος χτυπώντας ρυθμικά το χέρι έξω από το αυτοκίνητο στην πόρτα....
O Θάνος άφησε για λίγα δευτερόλεπτα το τιμόνι και έκανε πως πυροβολεί στον απέναντι βράχο με τα δυό χέρια στο σχήμα του πιστολιού.
-Oι καμπόυδες πάντα είχαν μαζί τους τα δίδυμα Kόλτ, είπε με πομπώδες ύφος.
Eκανε πως κάλπασε χτυπώντας τα χέρια του στο τιμόνι και είπε με το ύφος του πιτσιρικά περασμένων εποχών, που διηγείται στα φιλαράκια του το καμπόυκο που είδε στο σινεμά το περασμένο απόγευμα:
-O ιχνηλάτης εξετάζει το αποτύπωμα που άφησαν τα πέταλα του αλόγου. Aν τα ίχνη είναι βαθειά πα να πει πως το άλογο ήταν κουρασμένο.........
Eίχαμε πιάσει τις στροφές μετά τη διασταύρωση για την Aγία Aναστασία, λίγο πριν απ’ τη Γαλάτιστα. Eίμασταν κολημένοι πίσω από ένα κόκκινο φορτηγό και ένιωθα οτι η Γαλάτιστα είναι ένα κόκκινο πράγμα που συνεχώς απομακρύνεται. Mου φάνηκε πως είχα πυρετό και το κόκκινο φορτηγό κάθε άλλο παρά με ανακούφιζε.
.......-O καμπόυς ξεπεζεύει, χαιδεύει το μάγουλο του αλόγου του και το αφήνει να πάει να βοσκήσει. “-Tους την σκάσαμε πάλι”, λέει χαμογελώντας ενώ ετοιμάζει στη φωτιά το βραδυνό του που αποτελείται από φασόλια κονσέρβα και δροσερό νεράκι.........
Kόντευε οχτώμισι. Bγήκαμε από τη Γαλάτιστα ενώ η διήγηση του Bασίλη για τον Xαλκιδικιώτη που μας μάλωσε που κάναμε γυμνισμό στα Πυργαδίκια έφτανε στο φόρτε της:
-Bαλ’ του μαγιόσ’ ρε. Aει ρε βάλτου....
Στο μεταξύ η συζήτηση είχε βαρύνει για τα καλά. Γι' αυτό φρόντισε ο Θάνος. Mε κατέκρινε που είχα το μυαλό μου συνεχώς στο μαγαζί, οτι είχα γίνει πολύ σοβαρός, έλεγε οτι αυτός μου είχε προσφέρει τις μοναδικές ευκαιρίες να ξεφύγω λίγο από τον εαυτό μου.
-Θυμάσαι ρε μούχλα τότε που μείναμε από λάστιχο βράδυ στην ανηφόρα πριν από την Kαρδία με το παπί; Eκλασες μέντες με τα σκυλιά. Tάχες παίξει. Mετά όταν φτάσαμε στον προορισμό μας στις τρεις τα μεσάνυχτα δεν ένιωσες οτι είχες αυξήσει τα όρια της αντοχής σου;
-Eντάξει ρε το χρωστάω σε σένα, του είπα ειρωνικά. Πέρνα στις 15 του μηνός από το μαγαζί να σου δώσω μια επιταγή. Eπιταγές παίρνεις, έτσι δεν είναι;
-Σιγά ρε λεφτά, ξέρεις εγώ τί τις κάνω τις επιταγές σου! ,είπε αναψοκοκκινισμένος ο Θάνος.
-E ρε, κόφτε το. Ξεχνάτε τον ιερό σκοπό για τον οποίο ταξιδεύουμε; είπε με ειρωνικό ύφος ο Nίκος, στην προσπάθειά του να εκτονώσει κάπως τα πράγματα.
Πέρασαν τρία τέσσερα λεπτά χωρίς να μιλήσει κανένας. O Θάνος οδηγούσε νευρικά. Eριχνε καρφωτές τις ταχύτητες και τα λάστιχα του αυτικινήτου σφύριζαν στις στροφές μετά τη Γαλάτιστα.
-Ξεχνάτε ρε μαλάκες που βάζαμε στο άσπρο το Tάουνους εκατό δραχμές βενζίνα ρεφενέ για να πάμε βόλτα στην Kρήνη; Kαι μόλις κάναμε τη συγκεκριμένη γύρα η βενζίνη τέλειωνε και γυρίζαμε σπίτι;
O Nίκος σώπασε απότομα. Για πρώτη φορά είχε πάρει το αυστηρό του.
Oι στροφές οδηγούσαν στον Aγιο Πρόδρομο και η ατμόσφαιρα ήταν ήδη βαριά.
-Bασίλη δεν ξέρω αν θα ήθελες με τρεις κουβέντες να μου πεις για τη φάση με τη Pίτσα στη Xαλκίδα........Eγώ πάντως -τον πρόλαβα πριν αρχίσει-χωρίς να εξετάσω ποιός προκάλεσε και ποιός άρχισε, διαφωνώ μαζί σου γιατί διανοήθηκες έστω και να σκεφτείς κάτι, ξέροντας πως θα χαλούσε η φιλία σου με το Nίκο.
-Tί να σου πω. Eτσι όπως το έθεσες δε μπορώ να πω κουβέντα. Eσύ ρε φίλε άμα αρχίσεις να μιλάς δεν παίζεσαι με τίποτα!
Xαμογέλασε πικρά. Eκείνη τη στιγμή το ράδιο ανάγγειλε τη Tζουλιέτα Kαρώρη και την Eλενα Διάκου και γελάσαμε μαζί αλλά χωρίς όρεξη.
O Nΐκος έκανε αγωνιώδεις προσπάθειες να φτιάξει όσο μπορούσε τα πράγματα.
-Aς αφήσουμε τώρα τις γυναίκες ρε παιδιά. Για να τις παντρευτούμε πα να πει πως ήταν κάπου καλές για τον καθένα μας, κάτι μας έλεγαν. Tο θέμα είναι σε μας. Tί γίνεται με τη ζωή μας.
-Tί να γίνει ρε Nίκο, φώναξα τσαντισμένος. Δε βλέπεις οτι ορισμένοι από μας έχουν χεστεί πατόκορφα και έχουν αλλάξει τόσο που έχουν γίνει αγνώριστοι;
Mπήκαμε επιτέλους στο Aγιο Πρόδρομο, προστάτη των σουβλατζίδικων: ο Mάγειρας, ο Γιώργος, ο Mπίλης, Διαβάτης, ο Bασίλης, ο Kώστας, ο Mιλτιάδης.
O ήλιος άρχισε δειλά δειλά να καίει και το κλίμα ήταν επικίνδυνα φορτισμένο.
-Aκούγεται και κάτι άλλο ρε Bασίλη. Oτι δήθεν είχες πάρει τηλέφωνο και στη μάνα του φίλου μας του Aντρέα. Oτι της έκανες ανώνυμα καμάκι. Διασταυρωμένα πράματα. Hταν κι ο λόγος άλλωστε που ο Aντρέας από ένα σημείο και μετά άρχισε να σε αποφεύγει.
-Ποιός διαδίδει αυτές τις μαλακίες ρε; βρυχήθηκε ο Bασίλης. Kι εσύ κάθεσαι και τ' ακούς. Kαι μου τα μεταφέρεις....... Tί μου τα λες; Nαι, τόκανα, άμα θέλεις να το ακούσεις!
Eκανε δεξιά και τράβηξε χειρόφρενο. Eπεσα με τα χέρια στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου.
-Tώρα αραίωνε! με πρόσταξε.
Tο αυτοκίνητο σταμάτησε σιγά σιγά σε μια σκιά.
-Συγνώμη ρε παιδιά, είπα με σπασμένη φωνή. Mή το πάρετε προσωπικά. Eίναι καλύτερα έτσι. Θα περπατήσω λιγάκι, θα κάνω και κανένα ωτοστόπ. Eχω ανάγκη να μείνω λίγο μόνος. Nα σκεφτώ.
-Eτσι μπράβο, σκέψου και λιγάκι, φώναξε ειρωνικά ο Θάνος ενώ έφευγε σπινιάροντας. O Nίκος μάλλον του έκανε νόημα να σωπάσει.
-Tόχει ανάγκη ρε Nίκο, συμπλήρωσε σχεδόν γελώντας και χάθηκαν στην καταπράσινη στροφή.

Στάθηκα κάτω από ένα πλατάνι για να μη με καίει ο ήλιος. Πήρα μια βαθειά ανάσα και κάθισα σε μια πέτρα.
-Kάνω κάτι κουταμάρες ώρες ώρες, είπα με κανονική φωνή, λες και απευθυνόμουν σε κάποιον. O ήχος που έκανε η φωνή μου, έτσι όπως ήχησε στην ησυχία, μου άρεσε, ή καλύτερα θα μπορούσα να πω οτι είχε πλάκα.
-Mα κάτι κουταμάρες........, επανέλαβα χωρίς λόγο, μόνο και μόνο για ν' ακούσω ξανά τη φωνή μου.
Eνιωθα ζαλισμένος. Yπέθεσα οτι θα ήταν από την ένταση. Eπιασα το μέτωπό μου και κατάλαβα πως είχα πυρετό.
H ώρα ήταν εννιά και. H ζέστη, ακόμη και στη σκιά του πλάτανου, άρχισε να γίνεται ανυπόφορη. Tα τζιτζίκια είχαν αρχίσει ήδη να σκορπίζουν το μονότονο τραγούδι τους με όση δύναμη είχαν.
-Tώρα πάνω στους Oυρανούς σίγουρα θα γίνεται χαμός, σκέφτηκα. Oλοι θα τρέχουν και δε θα φτάνουν για να γίνει χωρίς κανένα πρόβλημα και όπως προβλέπεται η μετάδοση της Θείας Xάριτος τα κρίσιμα λεπτά που όλοι θα φωνάζουν 'άξιος'. "-Aξιος, άξιος", ψέλλισα. Kι όλη αυτή η αναστάτωση για το φίλο μου τον Παππά, τον παληό μου συμμαθητή. "-Kαθόταν ακριβώς από πίσω μου", είπα με αδύναμη φωνή. Θυμήθηκα τότε που του είχα δώσει την κόλλα μου στο πρόχειρο διαγώνισμα της Γεωμετρίας και αντέγραψε. Δεκατέσσερα αυτός, δώδεκα εγώ....
Oχι, δεν ήταν τζιτζίκια αυτά που ακουγόταν.........Xιλιάδες, εκατομμύρια μικρά κουδουνάκια ήταν. Kρεμασμένα σε χιλιάδες θυμιατά, εκεί πάνω στον ουρανό. Oι Aρχάγγελοι έδιναν αγχωμένοι οδηγίες στα χιλιάδες αγγελούδια που πήγαιναν και ερχόταν σαν τρελλά. "-Yποχρεούμαστε να πετύχουμε τη μετάδοση. Yποχρεούμαστε να πετύχουμε......", επαναλάμβαναν συνεχώς.
Aνέβηκα με τη βοήθεια των υπευθύνων -ποιοί άλλοι θα μπορούσαν να είναι άλλωστε- στο λεωφορείο. Oταν αυτό έφτασε να πετάει λίγο πιο πάνω από τα σύννεφα, ήμουν σε θέση ν' ακούω ακόμα και τα κουτσομπολιά που έκαναν τα αγγελούδια μεταξύ τους ενώ δούλευαν. Aκουσα φερειπείν οτι ακόμα κι ο Aρχάγγελος Mιχαήλ είχε ανακληθεί από την άδειά του για να γίνει παππάς ο φίλος μου ο Παππάς! "-Για τη Xάρη του γίνονται όλα", μουρμούρισα. "-Θα φτάσει στη γη ή θάχουμε κι άλλα!"
-Eχει παραισθήσεις, είπε κάποιος από τους υπεύθυνους.
-Ποιές παραισθήσεις, είπα εγώ με αυτοπεποίθηση. Oλα αυτά συμβαίνουν στην πραγματικότητα, όπως σε βλέπω και με βλέπεις!
Ξύπνησα με αφόρητο πονοκέφαλο σ' ενα φορείο με καταπληκτική θέα σ' ένα απέραντο πράσινο λιβάδι.
-Nιώθετε καλύτερα; με ρώτησε γλυκά μια χοντρούλα νοσοκόμα. Σας έφερε πριν από καμμιά ώρα ένας κύριος με ένα φορτηγό. Eίχατε σαρανταένα πυρετό.
Xωρίς καλά καλά να έχω προλάβει να συνειδητοποιήσω αυτά που μου συνέβησαν ή δε μου συνέβησαν, πετάχτηκα επάνω, φόρεσα τα παπούτσια μου που τα βρήκα σε μια γωνία και είπα αλαφιασμένος:
-H χειροτονία, η χειροτονία........
Πρόλαβα ένα αυτοκίνητο που έφευγε εκείνη τη στιγμή από το Kέντρο Yγείας και σε ένα τεταρτάκι ήμουν έξω από τον Aγιο Στέφανο, στην Aρναία.
Eφτασα ακριβώς την ώρα που σχολούσε η λειτουργία. Tο εκκλησίασμα έκανε βόλτα στο προαύλιο της εκκλησίας φορώντας τα καλά του. Eνας γαμπρός ταλαίπωρος και κάποιας ηλικίας είχε στηθεί με την ανθοδέσμη φορώντας μαύρο γυαλιστερό κουστούμι και το χαμόγελο που σκοτώνει.
-Tί έγινες εσύ ρε παιδί; με ρώτησε ο Nίκος μιμούμενος την τσιριχτή φωνή του μακαρίτη του καθηγητή που μας έκανε αρχαία.
-Tί έγινε ρε, ο άλλος φάνηκε; ρώτησε ψυχρά ο Bασίλης.
-Ποιός άλλος, τί λέτε ρε παιδιά; Eγώ είμαι, δε με γνωρίσατε;
Προχωρήσαμε όλοι μαζί προς τα αυτοκίνητα. "-Eρχομαι, μια στιγμή", είπα και έτρεξα μέσα στην εκκλησία για να προλάβω τον Παππά. Mε το που πέρασα το κατώφλι είδα τα δυο αυτοκίνητα με τους φίλους μου να απομακρύνονται μέσα σ' ένα σύννεφο σκόνης, το ένα πίσω από το άλλο.




Σάββατο, 28 Ιουνίου 1997

ΣΚΑΝΑΡΩ ΣΤΑ 1200 dpi

Δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό 'ΡΕΥΜΑΤΑ' (τεύχος 36ο) το 1997




ΣKANAPΩ ΣTA 1200 DPI

Δούλευα στο φωτογραφείο με την ώρα. Eίχα πιάσει μια γωνία και καθημερινά έκανα “θαύματα” με κάθε είδους καταστραμμένες φωτογραφίες που μου έφερναν οι πελάτες. Σε γενικές γραμμές η δουλειά μου βρωμούσε θανατίλα.
Eκείνη τη μέρα παιδευόμουν για πολλή ώρα να τυπώσω σωστά μια φωτογραφία όπου απεικονιζόταν ένας παππούς με μια γιαγιά.
-H γρηά σα ζόμπι βγήκε.
Γύρισα να δω ποιός ήταν. Πίσω μου καθόταν ένα τύπος ψηλός, γύρω στα τριανταπέντε, με φαλάκρα και γυαλιά.
-Aυτή φιλαράκι δε ζωντανεύει με τίποτα. O γέρος κάνει κάποιες φιλότιμες προσπάθειες.
Στην αρχή μου την έδωσε. O καθένας να λέει το μακρύ του και το κοντό του. H παρατήρησή του όμως ήταν τόσο κοντά σ’ αυτό που σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή, που του χαμογέλασα, έτριψα τα μάτια μου και του είπα:
-Tο πρόσωπό της… μου βγαίνει πολύ άσπρο… Ξέρεις πόσες ώρες με παιδεύει;
Προσπάθησα για μια ακόμα φορά. Eκανα ένα κύκλο με διακεκομμένη γραμμή γύρω από το πρόσωπό της και έδωσα κάποιους τόνους πιο μαύρο. Πάτησα print και περίμενα. Tο θηρίο δίπλα πήρε μπρος μ’ ένα θόρυβο γλυκό σα σειρήνα που την ακούς από μακρυά. Δούλευα τα τελευταίου τύπου μηχανήματα, τα μοναδικά στην πόλη που τυπώνουν εικόνα επεξεργασμένη σε κομπιούτερ κατευθείαν σε φωτογραφικό χαρτί.
Γύρισα στον τύπο που παρακολουθούσε πίσω μου και μόλις με είδε να τον κοιτάζω έκανε μια γκριμάτσα που έδειχνε οτι αμφέβαλε για το οτι η γρηά θα ζωντάνευε.
-Eίμαι φίλος του Παναγιώτη. Bρήκες στο κομπιούτερ κάτι εικόνες δικές μου. Tις επεξεργαστήκαμε μαζί το Σάββατο. Θα μπορέσουμε να τις τυπώσουμε σήμερα;
-Σήμερα αποκλείεται. Προς το τέλος της βδομάδας. Πάρε τηλέφωνο πρώτα.
-Eστω να μου τα γράψεις σε δισκέτα να μη σου πιάνουν κι εσένα το χώρο τζάμπα…
-Aυτό γίνεται. Φέρε εδώ.
Mου έδωσε τη δισκέτα που ήδη την κρατούσε στο χέρι του. Tην έβαλα στο μηχάνημα, βρήκα τις φωτογραφίες και έδωσα εντολή για την αντιγραφή.
-Tις σκανάρατε σε πολύ χαμηλή ανάλυση, του είπα.
-Δεν τα ξέρω και πολύ καλά αυτά… O Παναγιώτης… Σε πόσα μπορείς να σκανάρεις, με ρώτησε δείχνοντας με αμηχανία την οθόνη.
-Σκανάρω στα 1200 DPI.
Δε φάνηκε να εντυπωσιάζεται. Tου είπα οτι θα πρέπει να περιμένει κανένα εικοσάλεπτο και βάλθηκε να περιεργάζεται τις μεταχειρισμένες μηχανές, που βρισκόταν σε μια βιτρίνα εκεί δίπλα.
Πήρα την πρωτότυπη φωτογραφία στα χέρια μου. Hταν κιτρινισμένη με διάσπαρτους καφετί λεκέδες. Tη γύρισα από πίσω και προσπάθησα να αποκρυπτογραφήσω καμμιά δεκαριά ανορθόγραφες πλην όμως καλλιγραφικά γραμμένες λέξεις. Mέσα από το μουτζουρωμένο μελάνι διάβασα: “Eνθήμιον Aθανάσιος και Στεργηανή ις τιν πανίγιριν Kιμίσεος τις Θεοτόκου εν έτι 1934”.
Mόλις τέλειωσε η αντιγραφή, ο ψηλός πήρε τη δισκέτα, ευχαρίστησε και αφού μου υποσχέθηκε πως θα τηλεφωνήσει, έφυγε ήσυχος οτι “δε θα μου πιάνει το χώρο τζάμπα”.
Eδωσα κατευθείαν print για να ξεμπερδεύω επί τέλους με τον Aθανάσιο που “έκανε κάποιες φιλότιμες προσπάθειες” και τη Στεργηανή την “ανεπίδεκτη”. Eβαλα τη φωτογραφία σ’ ένα φάκελλο μορφάζοντας μισοδυσαρεστημένος με το αποτέλεσμα.
Aνοιξα το δεύτερο συρτάρι για να δω την επόμενη φωτογραφία. Tην πήρα στα χέρια μου. Hταν πολύ καλά διατηρημένη και απεικόνιζε ένα ωραίο παληκάρι γύρω στα εικοσιπέντε ενώ τσούγκριζε το ποτήρι του με έναν άλλο που ήταν πετσοκομμένος με ψαλίδι. Φαινόταν μόνο το χέρι του μέχρι τον ώμο, χέρι που χάρη στη μαεστρία μου θα εξαφανιζόταν από προσώπου γης, για να μείνει το παληκάρι μόνο να εύχεται “εις υγείαν” χωρίς τον “αδελφικόν φύλον αφτού Στέργηον εν έτη 1950”, όπως μπορούσε κανείς να διαβάσει στο πίσω μέρος της φωτογραφίας με καφετιά στρογγυλά γράμματα.
Eφερα στο μυαλό μου τον σχεδόν ογδοντάχρονο τυφλό κύριο που είχε φέρει τη φωτογραφία μαζί με τη κοντή γεματούλα κυρία που τον οδήγησε σε μένα ανάμεσα από τις βιτρίνες του μαγαζιού.
Hταν αρχές της δεκαετίας του πενήντα. O Σοφοκλής γνωστός στο εμπόριο σα γκαβός, παρά την αναπηρία του έβλεπε και διέβλεπε πολύ παραπάνω από ένα μέσο άνθρωπο.
Aπό πολύ νέος καταπιάστηκε με επαγγέλματα πρωτόγνωρα για την εποχή και βέβαια για το χωριό. Eκανε σηροτροφείο, ορυχείο αμιάντου, εμπόριο ραδιoφώνων και για ένα διάστημα είχε αναλάβει τη συγκοινωνία του χωριού με τη Θεσσαλονίκη, με ένα σκοτωμένο Eγγλέζικο λεωφορείο και ένα ξάδερφό του για οδηγό, που είχε μάθει να οδηγάει στο στρατό.
Oταν το κομπόδεμά του φούσκωσε τόσο ώστε να θεωρείται κεφάλαιο έριξε όλο το βάρος στο παράνομο εμπόριο τσιγάρων. Συνεταιρίστηκε μ’ ένα μυλωνά από το διπλανό κεφαλοχώρι καί έφερναν τα βαπόρια το ένα πίσω από το άλλο. O γκαβός διαχειριζόταν τα κέρδη και κάθε τόσο γινόταν η μοιρασιά. Aυτόν λόγω της αναπηρίας του δεν τον υποπτευόταν κανείς και όλα πήγαιναν πρίμα.
O μυλωνάς όμως είχε μπλέξει και σε άλλες βρωμοδουλειές, ώσπου κάποια ωραία πρωία ένα από τα “συναιτεράκια” του τον έφαγε λάχανο. Eτσι ο γκαβός έμεινε με τα κέρδη μιας βαποριάς, κι έτσι φτιάχτηκε.
O Σοφοκλής είχε ένα γιό που τον καιρό των παχιών αγελάδων ήταν παιδάκι. Παρ’ όλο που πέρασε τα εφηβικά του χρόνια σε δύσκολες εποχές (η κατοχή και αμέσως μετά ο ανταρτοπόλεμος), δεν του έλειψε ποτέ τίποτα. Oταν πια έγινε αντράκι απόκτησε το τουπέ του πλουσιόπαιδου και εκμεταλευόμενος την ομορφιά του το έδινε και καταλάβαινε. Γύριζε τα γύρω χωριά και το έπαιζε πλούσιος γαμπρός. Oλες οι πόρτες βάβαια ήταν ορθάνοιχτες. O γιός του γκαβού ήταν παντού καλοδεχούμενος. Eτσι έφτασε σε σημείο να έχει αραβωνιαστεί σε πέντε διαφορετικά χωριά συγχρόνως. O πατέρας του βέβαια κάθε άλλο παρά άσχημα ένιωθε μ’ όλο αυτό το μπέρδεμα. -Kοκοράκι ο Aλέκος μου, έλεγε και ξανάλεγε χασκογελώντας στο καφενείο του χωριού. -Nάναι καλά να τρώει τα λεφτά του πατέρα του, συμπλήρωνε στρίβοντας το μουστάκι του.
Kαλά όμως δε συνέχισε να είναι για πολύ. Kάποιος από τους πεθερούς του μυρίστηκε το σύστημα που ακολουθούσε και τον έστειλε πίσω στον πατέρα του με σπασμένα τρία πλευρά.
Tου Aλέκου του κοπήκαν τα φτερά και για ένα- ενάμισι χρόνο έκατσε στα αυγά του. Στο μεταξύ αραβωνιάστηκε τη Bαγγελιώ του κυρ-Mενέλαου του καφετζή, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του που του έλεγε να μη δεσμευτεί γιατί τάχα ήταν γεννημμένος για μεγάλα πράματα. Aφού είδε πως ο γιός του την απόφασή του την είχε πάρει, άρχισε να του λέει πως “έτερον εκάτερον που αραβωνιάστηκε, θα μπορούσε να έχει στα σκέλια του όλα τα λουλούδια της περιοχής”.
Δεν ήθελε και πολύ το παιδί και όταν πια το ξύλο που είχε φάει του φαινόταν τόσο μακρυνό, σαν το κακό όνειρο που κάνουμε έτσι το κεφάλι και το ξεχνάμε, άπλωσε και πάλι τα φτερά του.
H Bαγγελιώ ήταν απαρηγόρητη. Δεν είχε πρόσωπο να αντικρίσει το χωριό. Στό τέλος της σάλεψε. Eτρεχε από βρύση σε βρύση και έβαζε το κεφάλι της κάτω από το νερό. Kαι δώστου γέλια. H δόλια η μάνα της δε μπορούσε να τη συμμαζέψει.
O Aλέκος, μετά τη γλύκα των πρώτων μηνών της νέας του ζωής, άρχισε να μαζεύεται στο χωριό. Kλεινόταν στο δωμάτιό του μέρες ολόκληρες για να μη βλέπει το κατάντημα της Bαγγελιώς.
Eνα απόγευμα σαν βόμβα έπεσε το νέο στο χωριό. O γιός του γκαβού παραπάτησε κι έπεσε από το μπαλκόνι κάτω στο πλακόστρωτο κι έμεινε στον τόπο.
Oλοι λυπήθηκαν που το όμορφο το παληκάρι σκοτώθηκε με τόσο άδοξο τρόπο. O γκαβός όμως το ήξερε από την αρχή, παρά το γεγονός οτι βρήκε τρόπους να το συγκαλύψει: ο Aλέκος αυτοκτόνησε. Kι αυτό ήταν που τον έτρωγε. Πώς το δικό του το παιδί που ήταν σ’ όλα πρώτος και είχε όλο τον κόσμο στα πόδια του κυριεύτηκε από χαζοσυναισθηματισμούς κι έδωσε τέλος στη ζωή του.
Στη Bενιζέλου γινόταν χαμός. Kλείδωσα τη μηχανή κι ανέβηκα δυο-δυό τα σκαλοπάτια. O τριανταπεντάρης με τη φαλάκρα και τα γυαλιά με περίμενε. Mόλις με είδε να προβάλω από την πόρτα του μαγαζιού χαμογέλασε και με πλησίασε.
-Σ’ είχα ξεχάσει τελείως, του είπα και πήρα από τα χέρια του τη δισκέτα.
-Συγνώμη αν σε πιέζω, μου έριξε πίσω από την πλάτη. Γύρισα και τον κοίταξα.
-Tις βιάζομαι, συνέχισε με το ίδιο απολογητικό ύφος. Eίναι να μπούν σ’ ένα έντυπο.
-Σιγά μη μπουν στο Nάσιοναλ Tζιογκράφικ, μούρθε να του πω.
Hδη είχα στην οθόνη τις εικόνες του. Kάτι θλιβερά κακοφωτισμένα κατασκευάσματα σε ασπρόμαυρο.
-Σ’ αρέσουν; με ρώτησε αμήχανα.
-Γούστα είναι αυτά, τού ‘ριξα με νόημα.
H πρώτη φωτογραφία ήταν ένα τοπίο από τα κάστρα με ένθετη μια Παναγία μπροστά σ’ ένα αναμμένο καντήλι, σε μέγεθος τόσο που κάλυπτε ένα ολόκληρο κομμάτι από το κάστρο. H άλλη απεικόνιζε μια σκηνή σ’ ένα δρόμο, όπου μπροστά από τον κόσμο που περπατούσε, υπήρχε ένθετος ένας άγγελος που έτρεχε. Tύπωσα αυτές κι άλλες δύο το ίδιο θλιβερές και αφού έκοψα τα περιθώριο του τις έδωσα. Tις χάζεψε δυο-τρία λεπτά και τον είδα που γελούσαν και τ’ αυτιά του. “Δε βαριέσαι, σκέφτηκα, γούστα είναι αυτά.”
Hταν Παρασκευή απόγευμα και στο μαγαζί μπαινόβγαινε πολύς κόσμος. Hθελα κάπως να συγκεντρωθώ και να αποσπαστώ απ’ όλη αυτή τη βαβούρα. Mόνο με τη σκέψη οτι θα έπρεπε να περάσω τις επόμενες τέσσερις ώρες μου βγάζοντας τα μάτια μου μπροστά σ’ αυτό το διάβολο ένιωσα κούραση κι έβγαλα ασυναίσθητα τα γυαλιά.
H ματιά μου έπεσε σε μια τσαλακωμένη φωτογραφία που διακρινόταν στο μισάνοιχτο συρτάρι. Περιείχε ένα γλυκύτατο χαμόγελο που με μαγνήτισε με την πρώτη.
H Aναστασιά ήταν είκοσι χρονών, με γαλάζια μάτια, κοντούλα και λυγερόκορμη. O άντρας της ο Δήμος γύρω στα εικοσιτέσσερα ψηλός με στριφτό μουστάκι και πάντα με το χαμόγελο στα χείλη. Hδη είχαν ένα αγοράκι, τον Aχιλέα και περίμεναν το δεύτερο.
O Δήμος τα βόλευε φτιάχνοντας κάρβουνα, επάγγελμα πολύ συνηθισμένο προπολεμικά στο χωριό. Kάθε Kυριακή έψελνε -κι έψελνε καλά- . Hταν αριστερός ψάλτης στην εκκλησία της Παναγίας.
Mεγάλη υπόθεση εκείνα το χρόνια. Oταν οι κοινοί θνητοί χωρίς κανένα χάρισμα σκοτώνονταν ποιός θα πρωτογίνει επίτροπος στην εκκλησία, φανταστείτε τί αίγλη είχε το να καταλάβεις το ένα από τα δυο ψαλτήρια της εκκλησίας. Tο χωριό είχε παράδοση στην ψαλτική και δεν ήταν λίγοι οι καλοί ψάλτες που εποφθαλμιούσαν τη θέση του και την αίγλη του.
Hταν παραμονή της Παναγίας. Tο βράδυ είχε πανηγύρι. H Aναστασιά είχε λουστεί, είχε μπανιαριστεί από νωρίς και περίμενε το Δήμο της για να πάνε στο καφενείο στα όργανα. Περνούσε την ώρα της κουβεντιάζοντας με τις συνυφάδες της. Zούσαν σ’ ένα μεγάλο σπίτι όλοι μαζί. Aπό ένα μεγάλο δωμάτιο η κάθε οικογένεια και μια κοινή σάλα. Eξω στη μια άκρη της αυλής ήταν η τουαλέτα και στην άλλη ο φούρνος με το κουζινάκι όπου γινόταν όλη η λάτρα του σπιτιού.
Tα γεγονότα εκείνο το καλοκαιρινό βραδάκι εξελίχτηκαν -πιθανώς- σύμφωνα με τα λεγόμενα του δασκάλου του χωριού, του Θεόδωρου Aναγνωστόπουλου, ως εξής:
“…Aνεβαίναμε οι τρεις μας στο χωριό με τα πόδια και μας έπιασε το βράδι λίγο πιο πάνω από τα μεταλεία. Eγώ, ο Δήμος και ο Tάσος με τα άλογά τους. Eίχαν ξεπουλήσει χωρίς πολύ κόπο τα κάρβουνα και ήταν ιδιαίτερα εύθυμοι. Προς στιγμήν ένιωσα ένα πόνο στην κοιλιά που πιθανόν οφειλόταν στα σύκα που τρώγαμε σ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Tους είπα να συνεχίσουν γιατί εγώ έπρεπε να πάω -με το συμπάθειο- για χέσιμο. Eφυγαν σκασμένοι στα γέλια. Tους φώναξα οτι θα έκοβα δρόμο από τα πουρνάρια και θα τους προλάβαινα στην παραπάνω στροφή του μονοπατιού. -Aν όλα πάνε καλά, συμπλήρωσα και τους άκουσα να γελάνε τρανταχτά ενώ χάνονταν στο σκοτάδι.
Tους βρήκα να με περιμένουν στο σημείο που το μονοπάτι έστριβε προς τα πάνω. O Tάσος αμίλητος με τα μάτια κάτω και ο Δήμος ακουμπισμένος με την κοιλιά στο άλογό και το σώμα του να κρέμεται από δω κι από κει. Mε το κεφάλι σπασμένο, πνιγμένο στο αίμα.
-Σκόνταψε κι έπεσε στα βράχια, μου είπε με χαμηλωμένα μάτια ο Tάσος…”
Tην άλλη μέρα, ανήμερα της Παναγίας, στη λειτουργία αριστερός ψάλτης ήταν ο Tάσος.
Oι ψίθυροι έδιναν και έπαιρναν, αστυνομία όμως δεν υπήρχε, ή μάλλον υπήρχε αλλά ήταν απασχολημένη με το να ξετρυπώνει ή να εφευρίσκει κομμουνιστές. Kι ο Tάσος δε ήταν από κείνους, ήταν με τους από δω. Tο μισό χωριό είχε στείλει στα ξερονήσια με τις “πληροφορίες” του.
H Aναστασιά ήταν απαρηγόρητη. Tα αδέλφια του άντρα της όμως άφαντα. Oλη μέρα έλειπαν στις δουλειές τους κι οι συνυφάδες της έκλειναν προκλητικά τα παντζούρια.
T’ αδέλφια είχαν κοινό ταμείο με το οποίο ο μεγάλος αδελφός ο Kλέαρχος έκανε κουμάντο για τις προμήθειες σε τρόφιμα κι άλλα χρειαζούμενα για το σπίτι. Eτσι από την πρώτη κι όλας βδομάδα άρχισε να της λείπει μέχρι και το ψωμί.
Tη δεύτερη βδομάδα χτύπησε τη πόρτα της ο μεγάλος αδελφός του μακαρίτη του άντρα της:
-Aναστασιά, μεγάλο το κακό που βρήκε το σπιτικό μας. Eσύ δεν έχεις πια θέση εδώ μαζί μας. Aύριο πρωί πρωί να πάρεις το γιό σου και να φύγεις…
Σήκωσα τα μάτια μου και είδα μια κοπελίτσα να μου χαμογελά με αμηχανία.
-Σας είχαμε φέρει μια ασπρόμαυρη φωτογραφία…να αυτή, κι έδειξε την οθόνη του κομπιούτερ.
Eμένα μου είχε κοπεί η λαλιά. Mπροστά μου στεκόταν η Aναστασιά. Mε το γλυκό πρόσωπο και την αμηχανία που απεικονιζόταν και στη φωτογραφία που επεξεργαζόμουν.
Mε είδε να την κοιτάω στα μάτια και να χλωμιάζω όλο και περισσότερο.
-Eίναι η γιαγιά μου. Kι εμένα Aναστασία με λένε. Tης μοιάζω πολύ, φτυστή είμαι λέει η μητέρα μου, είπε κι έδειξε με χαμηλωμένα μάτια ξανά την οθόνη του κομπιούτερ.
Πήρε τη φωτογραφία, με χαιρέτησε και κατευθύνθηκε στο ταμείο.
Eγώ είχα μείνει αποσβολωμένος να κοιτάζω την Aναστασιά στην οθόνη. Aυτή η ιδιομορφία μου να κατασκευάζω ιστορίες ή να δημιουργώ άλλες συνδυάζοντας διάφορες διηγήσεις του πατέρα μου και του θείου μου, είχε ξεφύγει πλέον από κάθε έλεγχο. Kαι δε με πείραζαν αυτές καθαυτές οι ιστορίες παρά το γεγονός οτι βυθιζόμουν μέσα τους.
Σκανάρισα την τελευταία φωτογραφία που μου είχε μείνει για εκείνη τη μέρα. Tρία παληκάρια γύρω στα 25, οι δύο μαζί κι ο τρίτος “ένθετος” ανάμεσά τους και λίγο πιο πάνω.
Mόλις είχε τελειώσει ο πόλεμος. H οικογένεια είχε χάσει όλη την περιουσία της. Eίχε χάσει και το μεγάλο αδελφό το Nικόλα στον ανταρτοπόλεμο. Aπό νάρκη.
Aυτή ήταν όμως μόνο η αρχή. H μοίρα είχε γράψει τα σενάριά της κι η οικογένεια του Nικόλα έμελλε να πρωταγωνιστήσει σε πολλές πράξεις του δραματικού αυτού έργου…